Νέο ραντεβού με τη Τρόικα έχει σήμερα στις 9 το πρωί ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης Κ. Μητσοτάκης. Μετά τη μαραθώνια χθεσινή συνάντηση των στελεχών της τρόικας με τον Πρωθυπουργό συμφωνήθηκε να συνεχιστεί η συζήτηση με εξειδικευμένες προτάσεις με τον υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης. Στις 10 το πρωί θα πραγματοποιηθεί και η συνάντηση με τον υπουργό Εσωτερικών ο οποίος θα πρέπει να εξειδικεύσει από την πλευρά του τις προτάσεις που αφορούν στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Ήδη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων έχει μπει το ζήτημα της “κατάργησης” της Δημοτικής Αστυνομίας και της μεταφοράς προσωπικού και αρμοδιοτήτων στην Αστυνομία.
Χθες εξερχόμενος από τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας δήλωσε ότι «υπάρχει πρόοδος σε όλα τα θέματα» και πρόσθεσε ότι οι συναντήσεις με τους εκπροσώπους των δανειστών θα συνεχιστούν αύριο, μεθαύριο και την Κυριακή. «Πηγαίνουμε για πολιτική συμφωνία τη Δευτέρα» υπογράμμισε ο Γ. Στουρνάρας. Από την πλευρά του ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε, «θα είμαστε έτοιμοι τη Δευτέρα» και πρόσθεσε πως είναι απαραίτητο να υπάρξει συμφωνία και στο θέμα του Δημοσίου». Τέλος επανέλαβε ότι «δεν υπάρχει κανένα ζήτημα συνολικής αύξησης των απολύσεων, πέραν των 15.000, που έχει συμφωνήσει η κυβέρνηση.
Πάντως στη συνάντηση που είχαν νωρίτερα σήμερα οι εκπρόσωποι των δανειστών με τον υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης Κυριάκο Μητσοτάκη, εξετάστηκαν και πάλι όλα τα ενδεχόμενα και τα σενάρια, με κύκλους του υπουργείου να δηλώνουν αμέσως μετά ότι, «βρισκόμαστε σε καλό δρόμο προκειμένου η τρόικα να αποδεχθεί τις μετατάξεις ως κομμάτι της διαθεσιμότητας».
Παράλληλα συζητήθηκε και πάλι το ενδεχόμενο μείωσης του χρόνου παραμονής των υπαλλήλων σε διαθεσιμότητας ( από 12 μήνες που είναι σήμερα) προκειμένου η τρόικα να πεισθεί και να δώσει παράταση χρόνου στην ελληνική πλευρά για την υλοποίηση του εγχειρήματος.
Σε κάθε περίπτωση η τρόικα επιθυμεί πάσει θυσία να εξασφαλίσει ότι θα υπάρξουν αποχωρήσεις από το δημόσιο, είτε μέσω διαθεσιμότητας (από εκείνους που δεν θα επανατοποθετηθούν), είτε με αύξηση των απολύσεων που έχουν συμφωνηθεί (δηλαδή τις 15 χιλιάδες), κάτι που η ελληνική πλευρά απορρίπτει.
Πολλές παραμένουν ωστόσο οι “γκρίζες” ζώνες, καθώς εξακολουθεί να καταγράφεται ασυμφωνία των δύο πλευρών, κυρίως αναφορικά με την ερμηνεία της διαθεσιμότητας. Το υπουργείο επέμεινε και στη χθεσινή συνάντηση με την τρόικα να “μετρήσει”’ ως κινητικότητα τόσο η απευθείας μετακίνηση υπαλλήλων, όπως για παράδειγμα των εκπαιδευτικών – η οποία γίνεται είτε αυτομάτως είτε σε μικρό χρονικό διάστημα – όσο και οι υποχρεωτικές μετατάξεις προσωπικού, χωρίς δηλαδή το ενδιάμεσο στάδιο της διαθεσιμότητας.
Η τρόικα μέχρι χθες δεν συμφωνούσε σε αυτή την πρόταση καθώς επιμένει πως διαθεσιμότητα σημαίνει την παραμονή του υπαλλήλου στο καθεστώς επί ένα χρόνο με καταβολή του 75% του μισθού του και επανατοποθέτησή του μόνο εφόσον προκύψουν ανάγκες σε άλλες υπηρεσίες. Σε διαφορετική περίπτωση θα πρέπει να οδηγηθεί οριστικά εκτός δημοσίου.
Μάλιστα κατά τη συνάντηση οι τροϊκανοί πρότειναν στον κ. Μητσοτάκη να αυξηθεί ο αριθμός των 15 χιλιάδων απολύσεων μέχρι το 2014 και ο αριθμός αυτός να αφαιρεθεί από τους “διαθέσιμους”. Η πρόταση αυτή καταδεικνύει την επιμονή των δανειστών να υπάρξουν οπωσδήποτε αποχωρήσεις.
Εξάλλου, σύμφωνα με πληροφορίες, ένα άλλο “αντάλλαγμα” που ζητεί η τρόικα για να αποδεχθεί τις ελληνικές προτάσεις είναι και το να μειωθεί ο χρόνος της διαθεσιμότητας στους 6 μήνες (με το υπουργείο να αντιπροτείνει τους 9). Με δεδομένο ότι δεν υπάρχει συστηματική καταγραφή και αποτύπωση των κενών του δημοσίου, αλλά και ότι απαιτήθηκαν 7 μήνες για την επανατοποθέτηση των πρώτων 1.890 υπαλλήλων που εντάχθηκαν πέρυσι στο καθεστώς, “εξασφαλίζεται” πως ένα μεγάλο μέρος των διαθέσιμων θα οδηγηθεί τελικώς σε απόλυση.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων παραμένει και το θέμα των απολύσεων, με την ελληνική πλευρά πάντως να διαβεβαιώνει πως η τρόικα δέχεται ότι οι 2650 απολύσεις της ΕΡΤ καλύπτουν τη δέσμευση που έχουμε αναλάβει. Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, οι δανειστές, ζητούν να ενημερωθούν για τον αριθμό των υπαλλήλων που η κυβέρνηση προτίθεται να επαναπροσλάβει στο νέο φορέα, προκειμένου να γνωρίζει επακριβώς πόσες ακόμη απολύσεις χρειάζονται προκειμένου να συμπληρωθεί ο αριθμός των 4000 μέχρι το τέλος του χρόνου.