Μισός και πλέον αιώνας χωρίζει την Ελληνική από τη Σουηδική Τοπική Αυτοδιοίκηση σε ότι αφορά την αποκέντρωση, την οικονομική αυτοδυναμία και αυτοτέλεια, αλλά και σε ζητήματα που αφορούν τις εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Αυτό προέκυψε ως πρώτο και βασικό συμπέρασμα από τη συνάντηση εργασίας που πραγματοποιήθηκε σήμερα στην ΚΕΔΚΕ μεταξύ της Επιτροπής Απασχόλησης της Ένωσης, εκπροσώπων της Σουηδικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων, μελών του δικτύου CCRE “EMPLOYER’S PLATOFORM”, εκπροσώπων των υπουργείων Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, εκπροσώπων της ΠΟΕ- ΟΤΑ και της ΠΟΠ- ΟΤΑ και του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ.
Αντικείμενο της σημερινής συνάντησης, η οποία έγινε με αφορμή την θέσπιση του νέου θεσμικού ρόλου της ΚΕΔΚΕ στις συλλογικές διαπραγματεύσεις με τους εργαζόμενους στους δήμους, ήταν τα εργασιακά θέματα που απασχολούν την Τοπική Αυτοδιοίκηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η σουηδική εμπειρία και η ελληνική πραγματικότητα.
Από τη συζήτηση που έγινε καταρχήν διαπιστώθηκε ότι σε θεσμικό επίπεδο η Σουηδία έχει αναγνωρίσει την Τοπική Αυτοδιοίκηση ως ισότιμου εταίρου της Πολιτείας πριν από εξήντα χρόνια, ενώ στη χώρα μας η αναγνώριση αυτή κατοχυρώθηκε με το νέο Σύνταγμα πριν από δύο μόλις χρόνια.
Σε ότι αφορά το πεδίο των αρμοδιοτήτων, η Σουηδική Τοπική Αυτοδιοίκηση ασκεί τόσες αρμοδιότητες που παραπέμπουν σε πλήρες οργανωμένο κράτος σε τοπικό επίπεδο, αφού καλύπτουν όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής (οικονομία, παιδεία, υγεία, μεταφορές, ενέργεια, περιβάλλον, κοινωνική πολιτική, πολιτισμός κ.α.).
Αντίθετα στην Ελλάδα δεν έχουν ακόμη διαχωριστεί και αναγνωριστεί οι τοπικές αρμοδιότητες, ενώ εκείνες που μεταφέρονται στην Αυτοδιοίκηση συνήθως δε συνοδεύονται από τους απαραίτητους για την άσκησή τους πόρους, παρότι αυτό υπαγορεύεται από το ίδιο το Σύνταγμα της χώρας.
Στον οικονομικό τομέα, οι δήμοι και οι κοινότητες της Σουηδίας διαχειρίζονται το13% του ΑΕΠ, στην Ελλάδα το ποσοστό δεν υπερβαίνει το 2%.
Οι πόροι των δήμων προέρχονται σε ποσοστό 13% από τον εθνικό προϋπολογισμό, 70% από ίδιους πόρους που προέρχονται από την τοπική φορολογία, η οποία όμως δε συμπίπτει με φόρους που επιβάλλονται σε κεντρικό εθνικό επίπεδο.
Το υπόλοιπο ποσό προέρχεται από την είσπραξη διαφόρων τελών που επιβάλλουν οι δήμοι και οι κοινότητες για την παροχή ειδικών υπηρεσιών.
Αντίθετα στην Ελλάδα το 60% των πόρων προέρχεται από κρατικές επιχορηγήσεις, τις οποίες όμως σε ποσοστό περίπου 45% δεν τις διαχειρίζονται οι δήμοι, αλλά διαχέονται για την χρηματοδότηση προγραμμάτων και πολιτικών που ασκούνται από την κεντρική διοίκηση.
Το υπόλοιπο 40% των πόρων προέρχεται από την είσπραξη τελών και φόρων.
Οι εργαζόμενοι που απασχολούνται στους 290 δήμους και κοινότητες της Σουηδίας ανέρχονται σε 1,2 εκ, ενώ μόνο στο Δήμο της Στοκχόλμης απασχολούνται 30 χιλιάδες εργαζόμενοι.
Η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων, ποσοστό 90% είναι μέλη των 30 περίπου κλαδικών σωματείων.
Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις γίνονται μεταξύ του φυσικού εργοδότη, δηλαδή του δήμου και των εργαζομένων. Καθορίζεται η μίνιμουμ αύξηση για όλη τη χώρα, που συνήθως κυμαίνεται στο 2-3%, όμως ο κάθε δήμος και τα σωματεία των εργαζομένων σ΄ αυτόν, υπογράφουν ξεχωριστές συμβάσεις, οι οποίες μπορούν να προβλέψουν και μεγαλύτερες αυξήσεις. Σημειωτέον ότι ο μέσος όρος των αμοιβών όλων των εργαζομένων στους δήμους και κοινότητες της Σουηδίας, ανέρχεται στα 1500 ευρώ, αν εξαιρεθεί η κατηγορία των ανειδίκευτων εργατών, ο μέσος όρος ανεβαίνει στα 1700 ευρώ, ενώ η μισθολογική κλίμακα ξενικά από τα 1000 ευρώ και φτάνει μέχρι τα 6.000 ευρώ.
Στην Ελλάδα μόλις πριν από λίγο διάστημα κατοχυρώθηκε η συμμετοχή της Αυτοδιοίκησης στις διαπραγματεύσεις, ενώ αναζητείται απάντηση στο ερώτημα ποιος είναι ο εργοδότης των εργαζομένων στους ΟΤΑ.