22 Μαρτίου, 2006

ΕΓΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΣ ΤΗΣ ΚΕΔΚΕ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΟΥ ΙΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΕΝΟΨΕΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΝΩΣΗ                                                                                    22/03/06


ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ


ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ


ΕΛΛΑΔΟΣ


                                                                                                            Υπόψη:


                                                                                                            Συντακτών Τ.Α.


 


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


 


 


Το Δ.Σ. της ΚΕΔΚΕ στη σημερινή του συνεδρίαση ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης για την «Αναβάθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης εν’ όψει της νέας Συνταγματικής Αναθεώρησης», την οποία εισηγήθηκε ο κ. Γιώργος Σωτηρέλης, Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και επικεφαλής της σχετικής επιστημονικής επιτροπής του ΙΤΑ. Το Δ.Σ. αποφάσισε να συγκαλέσει, το αμέσως προσεχές διάστημα στην Αθήνα, ευρεία σύσκεψη Δημάρχων προκειμένου να συζητηθεί η πρόταση.


 


«Η Αυτοδιοίκηση προσεγγίζει το θέμα της Συνταγματικής Αναθεώρησης έγκαιρα και με τη δέουσα σοβαρότητα, που αυτό έχει. Αξιοποιούμε την εμπειρία της προηγούμενης Αναθεώρησης και κυρίως το εκλεκτό επιστημονικό δυναμικό του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στόχος με την Αναθεώρηση του Συντάγματος να ανοίξει ο δρόμος για την Ελλάδα της Αποκέντρωσης, της Αυτοδιοίκησης και της κοινωνίας της συμμετοχής» δήλωσε χαρακτηριστικά ο Πρόεδρος της ΚΕΔΚΕ, κ. Πάρις Κουκουλόπουλος


 


Με την πρόταση που κατατίθεται η ΚΕΔΚΕ ζητά στο νέο Σύνταγμα να κατοχυρωθεί:



  • Ο διττός χαρακτήρας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, προεχόντως μεν ως θεμελιώδους δικαιώματος έκφρασης της «τοπικής δημοκρατίας» και της «τοπικής αυτονομίας», όπως αυτή ορίζεται στον «Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας», παράλληλα όμως και ως ιδιότυπου διοικητικού θεσμού που συνδέεται στενά με την κεντρική και αποκεντρωμένη διοίκηση, με την οποία συναποτελεί μια «λειτουργική ενότητα». Η υιοθέτηση μιας τέτοιας συνταγματικής θεώρησης θα σηματοδοτήσει, ουσιαστικά και συμβολικά, την αναβάθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης, ο ρόλος της οποίας ασφαλώς δεν είναι μόνον η διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων που έχουν τοπικό χαρακτήρα –για τις οποίες, άλλωστε, έχει ήδη το «τεκμήριο αρμοδιότητας»– αλλά όλων των δημόσιων υποθέσεων που προσιδιάζουν στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της και στην άμεση δημοκρατική της νομιμοποίηση.

 



  • Η αναδιάταξη των δυο βαθμών Αυτοδιοίκησης με την ενίσχυση των Δήμων και τη ρητή, πλέον, αναφορά στο ότι ο Β’ βαθμός Αυτοδιοίκησης θα οργανώνεται σε επίπεδο Περιφέρειας ενώ θα προβλέπεται και η Μητροπολιτική Αυτοδιοίκηση στα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα και αντίστοιχων θεσμών για τα νησιωτικά συμπλέγματα.

 



  • Η γενναία φορολογική αποκέντρωση ώστε ότι οι ΟΤΑ να μπορούν να καθορίζουν όσο και να εισπράττουν φόρους και τέλη, πέραν των ανταποδοτικών, υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση ότι ο νομοθέτης θα καθορίζει, με νόμο-πλαίσιο, αφ’ ενός τα κριτήρια (ιδίως αυτά της χωρικής και κοινωνικής συνοχής) και αφ’ ετέρου τις γενικές αρχές και κατευθύνσεις της τοπικής φορολογικής πολιτικής. Παράλληλα θα προβλεφθεί με επιτακτικότητα η συνταγματική δέσμευση ότι δεν θα είναι δυνατή η ανάθεση πρόσθετων αρμοδιοτήτων στους ΟΤΑ χωρίς την ταυτόχρονη πρόβλεψη των αναγκαίων πόρων

 



  • Η ρητή συνταγματική εξουσιοδότηση στον κοινό νομοθέτη μπορεί να απονείμει στους αλλοδαπούς, που διαμένουν νόμιμα στη χώρα, τα πολιτικά δικαιώματα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι για την ανάδειξη των αυτοδιοικητικών αρχών

 



  • Η δυνατότητα των μονοπρόσωπων αιρετών οργάνων (Δήμαρχοι, Πρόεδροι Διευρυμένων Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Νομάρχες, αντιδήμαρχοι, αντινομάρχες) να υποβάλλουν υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές χωρίς την υποχρέωση παραίτησης από το αξίωμά τους αλλά με αναπλήρωσή τους κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Σε περίπτωση εκλογής ισχύει το ασυμβίβαστο.

 


——————————-


Σας επισυνάπτουμε το πλήρες κείμενο των προτάσεων της ΚΕΔΚΕ για τη Συνταγματική Αναθεώρηση


 


 


ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΕΝΟΨΕΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ


 


 


Το γενικό πλαίσιο της συζήτησης


 


 


Η προηγούμενη συνταγματική αναθεώρηση επέφερε αρκετές και σημαντικές αλλαγές στο πεδίο της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οποίες ωστόσο ελάχιστα αξιοποιήθηκαν κατά την πενταετία που μεσολάβησε. Εκείνο που κατά την άποψή μας απαιτείται πλέον, στο πλαίσιο της εξαγγελθείσας αναθεώρησης, είναι το να βρεθεί η αυτοδιοίκηση, σε στενή συνάρτηση με την αποκέντρωση, στο επίκεντρο μιας συνολικής και ριζικής διοικητικής μεταρρύθμισης. Για να γίνει αυτό απαιτούνται, κατά την άποψή μας,  ιδίως οι εξής επί μέρους συνταγματικές τροποποιήσεις:


 


Α) Να καταστεί σαφές, μέσα από συγκεκριμένη αναδιατύπωση των άρθρων 101και 102 Σ, ότι η τοπική αυτοδιοίκηση δεν είναι ο «πτωχός συγγενής» του κράτους που ασχολείται με ήσσονος σημασίας υποθέσεις αλλά μια ιδιαίτερα σημαντική  θεσμική συνιστώσα του, με ξεχωριστή φυσιογνωμία και με πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα ως προς την διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων. Ειδικότερα πρέπει να προκύπτει ανάγλυφα από την νέα συνταγματική διατύπωση ο διττός χαρακτήρας της τοπικής αυτοδιοίκησης, προεχόντως μεν ως θεμελιώδους δικαιώματος έκφρασης της «τοπικής δημοκρατίας» και της «τοπικής αυτονομίας», όπως αυτή ορίζεται στον «Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας», παράλληλα όμως και ως ιδιότυπου διοικητικού θεσμού που συνδέεται στενά με την κεντρική και αποκεντρωμένη διοίκηση, με την οποία συναποτελεί μια «λειτουργική ενότητα». Με άλλα λόγια το ζητούμενο από την τροποποίηση των ως άνω άρθρων είναι να αναδειχθεί η ευρύτερη συμβολή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης τόσο ως δημοκρατικού θεσμού όσο και ως σημαντικής –πλην διακριτής– συνιστώσας του διοικητικού μας συστήματος, η λειτουργία του οποίου πρέπει να εγγυάται την πολιτειακή ενότητα, να διασφαλίζει την αμοιβαία διοικητική συνδρομή και να διέπεται, στο σύνολό της, από συγκεκριμένες αρχές, τόσο ως προς την κατανομή των δημόσιων υποθέσεων (αρχές της εγγύτητας και της δημοκρατικής συμμετοχής) όσο και ως προς την διαχείρισή τους  (αρχές διαφάνειας, λογοδοσίας, αμεροληψίας, αποδοτικότητας και διαβούλευσης). Η υιοθέτηση μιας τέτοιας συνταγματικής θεώρησης θα σηματοδοτήσει, ουσιαστικά και συμβολικά, την αναβάθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης, ο ρόλος της οποίας ασφαλώς δεν είναι μόνον η διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων που έχουν τοπικό χαρακτήρα –για τις οποίες, άλλωστε, έχει ήδη το «τεκμήριο αρμοδιότητας»– αλλά όλων των δημόσιων υποθέσεων που προσιδιάζουν στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της και στην άμεση δημοκρατική της νομιμοποίηση. Παράλληλα μια τέτοια θεώρηση θα έχει ως συνέπεια –μεταξύ άλλων– την αποδυνάμωση παγιωμένων νοοτροπιών και πρακτικών τόσο της κεντρικής διοίκησης όσο και των δικαστηρίων, που αντιμετωπίζουν, ως γνωστόν, υποτιμητικά και με έντονες προκαταλήψεις τον θεσμικό και διοικητικό ρόλο των ΟΤΑ σε μείζονα κρατικά ζητήματα, όπως η παιδεία, η υγεία και, ιδίως, το περιβάλλον (για τα οποία μάλλον απαιτείται και ιδιαίτερη συνταγματική μνεία, ίσως στο πλαίσιο μιας επιφύλαξης του νόμου).  


 


Β) Η αναβάθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, βέβαια, δεν εξαντλείται με τις ανωτέρω γενικού χαρακτήρα τροποποιήσεις. Τα μείζονα θεσμικά ζητήματα, που εκκρεμούν από καιρό και έχουν καταστεί ήδη επιτακτικά, σχετίζονται με την οριστική αποσαφήνιση του οργανωτικού μοντέλου της αυτοδιοίκησης. Πρόκειται ειδικότερα, για την ταυτόχρονη αναδιάταξη του πρώτου και του δεύτερου βαθμού, με την ενίσχυση των δήμων και την καθιέρωση αυτοδιοικητικών περιφερειών αντίστοιχα, καθώς και για την οργάνωση μητροπολιτικών αυτοδιοικητικών θεσμών στα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα –και αντίστοιχων θεσμών για τα νησιωτικά συμπλέγματα– που αποτελούν πλέον ώριμα και κατασταλαγμένα αιτήματα. Ως εκ τούτου, η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση δεν καλείται πλέον να διευκολύνει απλώς αυτές τις μεταρρυθμίσεις, όπως επιχειρήθηκε σε κάποιον βαθμό με την προηγούμενη, αλλά να τις επιβάλει, μέσω του άρθρου 102 Σ, θέτοντας συγκεκριμένο και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα στον κοινό νομοθέτη. Μόνον έτσι είναι δυνατόν να ξεπερασθεί η ατολμία των εκάστοτε κυβερνήσεων, οι οποίες αφ’ενός διστάζουν να αναλάβουν τις σχετικές πρωτοβουλίες μπροστά στον φόβο του πολιτικού κόστους και αφ’ετέρου αποφεύγουν να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους για τον ευρύτερο θεσμικό και πολιτικό ρόλο που επιβάλλεται να διαδραματίσει η Τοπική Αυτοδιοίκηση στο πλαίσιο ενός σύγχρονου εθνικού κράτους (ιδίως στο πεδίο της αποτελεσματικής αντιμετώπισης των δημόσιων υποθέσεων, σε ό,τι αφορά τον πρώτο βαθμό, και στο πεδίο της ανάπτυξης, σε ό,τι αφορά τον δεύτερο βαθμό).


 


Γ) Είναι ευνόητο βέβαια ότι δεν νοείται συζήτηση για θεσμική και ουσιαστική αναβάθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης χωρίς να έχει επιλυθεί με απτό και αποτελεσματικό τρόπο το ζήτημα της οικονομικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ. Τα ημίμετρα της προηγούμενης αναθεώρησης είναι φανερό ότι δεν επαρκούν και άρα το πρώτο μέλημα της επικείμενης πρέπει κατά την άποψή μας να προβλεφθεί μια γενναία φορολογική αποκέντρωση, που θα συνυπολογίζει και τις ρυθμίσεις του άρθρου 78 Σ, ώστε να μην καταλειφθούν περιθώρια μερικών και αποσπασματικών λύσεων, υπεκφυγών και καταστρατηγήσεων. Αυτό σημαίνει ότι οι ΟΤΑ θα μπορούν τόσο να καθορίζουν όσο και να εισπράττουν φόρους και τέλη, πέραν των ανταποδοτικών, υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση ότι ο νομοθέτης θα καθορίζει, με νόμο-πλαίσιο, αφ’ενός τα κριτήρια (ιδίως αυτά της χωρικής και κοινωνικής συνοχής) και αφ’ετέρου τις γενικές αρχές και κατευθύνσεις της τοπικής φορολογικής πολιτικής.  Παράλληλα θα πρέπει να υπάρξει επιτακτικότερη συνταγματική δέσμευση ως προς την ανάθεση πρόσθετων αρμοδιοτήτων στους ΟΤΑ, ώστε αυτή να μην είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί χωρίς την ταυτόχρονη πρόβλεψη, στις σχετικές διατάξεις, των αναγκαίων πόρων.


 


Δ) Η ως άνω αναβάθμιση του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης προϋποθέτει, ωστόσο,  και μια δέσμη συνακόλουθων εγγυήσεων, που θα διασφαλίζουν κατά τρόπο αποτελεσματικό την διαφάνεια της λειτουργίας των ΟΤΑ, προκειμένου να αποκατασταθεί ένα κλίμα αυξημένης πολιτικής και θεσμικής ευθύνης  κι αξιοπιστίας της αυτοδιοίκησης. Ιδιαίτερα πρέπει να προσεχθεί, στο σημείο αυτό, η οργάνωση του ελέγχου νομιμότητας, αφ’ενός με την δυνητική πρόβλεψη για ανάθεσή του σε ανεξάρτητη αρχή και αφ’ετέρου με την κατάργηση των σχετικών με τον πειθαρχικό έλεγχο διατάξεων, ώστε να εξαλειφθούν τα σημεία τριβής μεταξύ της διοίκησης και της αυτοδιοίκησης ως προς την υπεισέλευση  μικροκομματικών ή άλλων σκοπιμοτήτων.  


 


Ε) Παράλληλα θεωρούμε σκόπιμο να προβλεφθεί, στο πλαίσιο της νομοθετικής λειτουργίας της Βουλής, ειδική –και υποχρεωτική– διαδικασία διαβούλευσης με τους θεσμικούς εκπροσώπους της αυτοδιοίκησης, για κάθε νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που αφορά θέματα αυτοδιοίκησης (χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι θα απαιτείται και σύμφωνη γνώμη τους για την ανάληψη οποιασδήποτε σχετικής πρωτοβουλίας). Ένα τολμηρότερο βήμα βέβαια θα ήταν η δυνατότητα κατάθεσης και «προτάσεων νόμων» από τους θεσμικούς εκπροσώπους της αυτοδιοίκησης,  στο πλαίσιο ενδεχομένως μιας ευρύτερης καθιέρωσης του θεσμού της νομοθετικής πρωτοβουλίας.


 


ΣΤ) Ιδιαίτερα σημαντικό μέτρο δημοκρατικού χαρακτήρα είναι μια ρητή συνταγματική εξουσιοδότηση που θα επιτρέψει στον  κοινό νομοθέτη να απονείμει και στους αλλοδαπούς τα πολιτικά δικαιώματα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι για την ανάδειξη των αυτοδιοικητικών αρχών, με κριτήριο βέβαια την νόμιμη διαμονή στη χώρα αλλά και με ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που θα τεθούν στον νόμο. Νομίζουμε ότι οι συνθήκες έχουν ωριμάσει πλέον για μια τέτοια τομή στο πεδίο των πολιτικών δικαιωμάτων, που όχι μόνον θα σηματοδοτήσει μια ουσιαστικότερη προσέγγιση της πολιτικής συμμετοχής αλλά και θα αναδείξει τον πρωτοποριακό ρόλο της αυτοδιοίκησης ως προς την αντιστοίχηση των δημοκρατικών μας θεσμών με τα πρότυπα της σύγχρονης –ανοιχτής, δημοκρατικής και πολυπολιτισμικής– κοινωνίας.  


 


Ζ) Ένα τελευταίο ζήτημα είναι η επανεξέταση του κωλύματος του άρθρου 56 Σ, τόσο ως προς τους νομάρχες, για τους οποίους ο σχετικός ειδικός περιορισμός της εκλογιμότητάς τους είναι υπέρμετρος, όσο και ως προς τα υπόλοιπα αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των ΟΤΑ. Θεωρούμε ότι τα συγκεκριμένα κωλύματα απηχούν μια πολιτική  αντίληψη που αποκλείει ή δυσχεραίνει την κάθοδο στις βουλευτικές εκλογές των ισχυρότερων  αυτοδιοικητικών στελεχών. Το θέμα είναι εξαιρετικά ευαίσθητο, δεν θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των κομμάτων, αλλά να αναζητηθεί μια συναινετική λύση που και τον πολίτη να προστατεύει και το παθητικό εκλογικό δικαίωμα των στελεχών της αυτοδιοίκησης να μην περιορίζει. Μια λύση με αυτά τα χαρακτηριστικά, η οποία  θα ενθάρρυνε αναμφισβήτητα την ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, θα ήταν η ενιαία ρύθμιση για όλα τα μονοπρόσωπα αιρετά όργανα της διοίκησης των ΟΤΑ, που θα προβλέπει τη δυνατότητα υποβολής υποψηφιότητας χωρίς παραίτηση, με αναπλήρωσή τους κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και επάνοδο στα πρότερα καθήκοντα στην περίπτωση μη εκλογής τους (ενώ σε περίπτωση εκλογής ευλόγως θα ισχύει το ασυμβίβαστο).

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Αρχείο 19 Νοεμβρίου, 2019
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΚΩΣΤΑ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ ΚΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΛΟΓΗΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ Κ.Ε.Δ.Ε. ΑΘΗΝΑ, 28 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2019

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ   ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΣ ΚΕΔΕ    

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Ανακοινώσεις - Δελτία Τύπου ... 11 Ιουνίου, 2018
Νέο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών ειδικά σχεδιασμένο για τα Στελέχη ΟΤΑ

Με την ευκαιρία της συνεργασίας μεταξύ της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας, της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Αρχείο 09 Μαρτίου, 2017
Ζωντανή μετάδοση της Συνέντευξης Τύπου του Προέδρου της ΚΕΔΕ Γ. Πατούλη και των Δημάρχων των πέντε νησιών του Αιγαίου για την προσφυγική κρίση