Την έντονη διαμαρτυρία του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΕΔΚΕ εξέφρασε στην πρόεδρο της Βουλής ¶ννα Μπενάκη –Ψαρούδα με επιστολή του ο πρόεδρος της ΚΕΔΚΕ Πάρις Κουκουλόπουλος γιατί η ΚΕΔΚΕ δεν εκλήθη κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής με θέμα τη συζήτηση του νομοσχεδίου για τις Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ).
« Η ΚΕΔΚΕ, τονίζει στην επιστολή του ο κ. Κουκουλόπουλος, κατέθεσε έγκαιρα της απόψεις και τις προτάσεις της. Δυστυχώς όμως δεν εκλήθη να τις διατυπώσει στην Επιτροπή, παρότι το νομοσχέδιο αφορά σε μεγάλο βαθμό έργα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Σας εκφράζω την έντονη διαμαρτυρία του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΕΔΚΕ. Θεωρούμε ότι αυτή η αντιμετώπιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης από την Επιτροπή, υποβαθμίζει και υποτιμά το θεσμό και το ανώτατο συλλογικό του όργανο και βέβαια δεν εξυπηρετεί τη λειτουργία του Κοινοβουλίου, που κατ΄ αυτόν τον τρόπο νομοθετεί σ΄ ένα τόσο σοβαρό θέμα, ερήμην των αμέσως ενδιαφερομένων».
Ακολουθεί το κείμενο με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε η ΚΕΔΚΕ στην Επιτροπή Οικονομικών της Βουλής.
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ
Παρατηρήσεις της ΚΕΔΚΕ επί του νομοσχεδίου για τις ΣΔΙΤ
Γενικά, επί της αρχής, δεν είμαστε κατά της διαδικασίας εκτέλεσης έργων και παροχής υπηρεσιών με τη μέθοδο των ΣΔΙΤ.
Πρέπει όμως:
Ø Να αποκλειστεί η γενίκευση μιας τέτοιας διαδικασίας και λογικής χωρίς κοινωνικό έλεγχο και να προηγηθεί πιλοτική εφαρμογή σε φορείς που διαθέτουν τη σχετική εμπειρία και την κατάλληλη προς τούτο στελέχωση.
Ø Να υλοποιούνται έργα και υπηρεσίες που έχει ανάγκη ο τόπος και το κοινωνικό σύνολο, άρα είναι συνταγμένα και αποτελούν προτεραιότητες σε ένα Γενικό Εθνικό Στρατηγικό Σχεδιασμό Ανάπτυξης του τόπου.
Ø Να αποφασίζεται η σκοπιμότητα εφαρμογής της μεθόδου, μετά από αντικειμενική και διαφανή αξιολόγηση, η οποία θα δείχνει ότι πρόκειται να προκύψει οικονομική ωφέλεια για την κοινωνία και το κράτος.
Ø Η ανάδειξη του όποιου αναδόχου να γίνεται με πλήρη διαφάνεια, με τις διαδικασίες που προβλέπουν οι σχετικοί νόμοι και σε ότι αφορά τα δημόσια έργα, οι νόμοι για τη μελέτη και εκτέλεσή τους.
Ø Οι εξοικονομούμενοι δημόσιοι πόροι, από τη χρήση των συμβάσεων ΣΔΙΤ, να λειτουργούν συμπληρωματικά προς το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, προσαυξάνοντάς το ετησίως.
Ø Η εφαρμογή διαδικασιών ΣΔΙΤ συναρτάται άμεσα με την οργάνωση και αναβάθμιση του ευρύτερου Δημοσίου Τομέα, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί με επάρκεια σ’ αυτές.
Μια προσεκτική ανάγνωση του Νομοσχεδίου πείθει ότι οι παραπάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις δεν πληρούνται, διότι:
1. Θα μπορούν να εκτελούνται κάθε μορφής έργα και υπηρεσίες του κράτους και της Αυτοδιοίκησης, με ελάχιστες εξαιρέσεις που αφορούν την Εθνική ¶μυνα, την αστυνόμευση και την απονομή δικαιοσύνης, ενώ δεν υπάρχει καμία δέσμευση ώστε τα εκτελούμενα μέσω ΣΔΙΤ έργα να είναι ενταγμένα και ιεραρχημένα σε ένα συνολικό προγραμματικό σχεδιασμό της χώρας.
2. Μεταφέρονται σημαντικές αρμοδιότητες στη Διυπουργική Επιτροπή που θεσπίζεται, στην οποία τον πρώτο λόγο έχει το ΥΠ.ΟΙ.Ο., ενώ η λειτουργία της διέπεται από ιδιαίτερα γενικόλογες και ασαφείς διατάξεις που δεν εξασφαλίζουν τη διαφάνεια και το δημόσιο έλεγχο.
3. Δεν καθορίζεται κάτω όριο προϋπολογισμού για τα έργα ήτις υπηρεσίες που μπορούν να εκτελούνται μέσω ΣΔΙΤ και το προβλεπόμενο άνω όριο των 500 εκ. € μπορεί να ξεπεραστεί με ειδική απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής. Αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο ενιαίο τρόπο έργα και υπηρεσίες όπως η ζεύξη Ρίου-Αντιρρίου, η κατασκευή και λειτουργία Δημοτικού Παιδικού Σταθμού, οι υπηρεσίες καθαριότητας των Δήμων, ο εκσυγχρονισμός Δημόσιων Νοσοκομείων, οι υπηρεσίες Πολεοδομικού Γραφείου Δήμου, τα Δημόσια Σχολεία κλπ. !!!!
4. Στη διοίκηση της συγκροτούμενης Ειδικής Γραμματείας ΕΓΣΔΙΤ δεν προβλέπεται η συμμετοχή κανενός κοινωνικού φορέα ή συλλογισμού οργάνου (π.χ. ΚΕΔΚΕ για έργα Ο.Τ.Α.), ώστε να εξασφαλίζεται η στοιχειώδης διαφάνεια και ο απαιτούμενος κοινωνικός έλεγχος των αποφάσεων, καθώς και η απαραίτητη κοινωνική συναίνεση. Για τη στελέχωσή της δε, εισάγονται διάφορες διατάξεις για προσλήψεις δίχως συγκεκριμένα κριτήρια, προσόντα και διαδικασίες, με ακαθόριστες αμοιβές.
5. Δεν προσδιορίζονται τα ελάχιστα στοιχεία που απαιτούνται προκειμένου στο έργο ή κάποια υπηρεσία να αξιολογηθούν για υλοποίηση μέσω της μεθόδου των ΣΔΙΤ.
6. Αντί με τη χρήση των συμβάσεων ΣΔΙΤ να ενισχύεται το Π.Δ.Ε., προβλέπεται ή ένταξη σε αυτό, δηλαδή η περαιτέρω μείωση του Π.Δ.Ε. με τη μετάθεση σε μελλοντικούς προϋπολογισμούς των επιβαρύνσεων από την εκτέλεση των ΣΔΙΤ.
7. Δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στο υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο μελετών καθώς και της κατασκευής Δημοσίων Έργων και δεν απαιτείται η σύμφωνα με τη νομοθεσία πιστοποιημένη, μέσω των μελετητικών και εργοληπτικών πτυχίων, ικανότητα μελέτης και κατασκευής ανάλογων έργων.
8. Η ανάδειξη του αναδόχου γίνεται με ειδικές διατάξεις και ασαφή κριτήρια αξιολόγησης, με αποτέλεσμα τη μη εξασφάλιση υγιούς ανταγωνισμού, ενώ αναφέρεται η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 3049/2002, που επιτρέπουν τις απ’ ευθείας αναθέσεις.
Αφήνονται, λοιπόν, τεράστια περιθώρια πλήρους υποκειμενισμού και αυθαιρεσίας.
9. Δεν απαιτείται καμία διασφάλιση της χρηματοδότησης μετά την υποβολή της προσφοράς και δεν θέτει κανένα κάτω όριο για εγγυήσεις και ποινικές ρήτρες.
10. Για τα έργα και τις υπηρεσίες Τ.Α. καθιερώνονται μέσω των ΣΔΙΤ ο έλεγχος σκοπιμότητας ακόμη και για τις περιπτώσεις που η συγχρηματοδότηση της Τ.Α. γίνεται από ίδιους πόρους.
11. Τέλος, ενώ προβλέπεται η συνδρομή της Τ.Α. στις κατ’ εξαίρεση διαδικασίες στην υλοποίηση των ΣΔΙΤ, δεν προβλέπεται τίποτε σχετικό με τον έλεγχό τους, καθώς και την αναγκαία οργάνωση και αναβάθμιση των υπηρεσιών της Τ.Α., ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί με επάρκεια στις απαιτήσεις αυτών των συμβάσεων.
Με βάση όλα τα παραπάνω αλλά και τη συνταγματικά κατοχυρωμένη Διοικητική και Οικονομική Αυτοτέλεια των Ο.Τ.Α. αλλά και την μικρότερη κλίμακα έργων και υπηρεσιών που αποτελούν αντικείμενο ΣΔΙΤ με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, προτείνουμε τον καθορισμό του πλαισίου που θα διέπει τις συγκεκριμένες ΣΔΙΤ/Τ.Α., με ειδική ρύθμιση που θα διαμορφωθεί μετά από διάλογο ΥΠ.ΟΙ.Ο. – ΥΠΕΣΔΔΑ – ΚΕΔΚΕ – ΕΝΑΕ.