Υπέρ μιας Χάρτας της Ε.Ε για την Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση, η οποία θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη συμμετοχή τοπικών και περιφερειακών αρχών στην άσκηση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, συνηγορούν τα μέλη της Επιτροπής των Περιφερειών( ΕτΠ). Ο σχεδιασμός μιας τέτοιας Χάρτας θα δώσει μορφή και ουσία στο πολιτικό πρόγραμμα της ΕτΠ, επισημαίνουν τα μέλη της ΕτΠ, που ζητούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, να σκεφθεί την υιοθέτηση διοικητικού νόμου προκειμένου να εγκαθιδρυθούν περισσότερο συμμετοχικές διαδικασίες σε συνέχεια και σύμφωνα με τις αξίες και αρχές κλειδιά της μελλοντικής Χάρτας.
Το θέμα της Πολυεπίπεδης Διακυβέρνηση συζητήθηκε εκτενώς στην συνάντηση των μελών της Επιτροπής των Περιφερειών στη σύσκεψη της Ολομέλειας τον περασμένο Φεβρουάριο, από την οποία βγήκε και ένα σημαντικό μήνυμα που λέει ότι:
Η Ευρώπη βρίσκεται σε κρίση, τόσο οικονομική όσο και εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς της, γεγονός το οποίο καθιστά σημαντικότερη από ποτέ την εφαρμογή της Πολυεπίπεδης Διακυβέρνησης στα κράτη μέλη. Διασφαλίζοντας ότι οι πόλεις και οι περιφέρειες συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση, την εφαρμογή και την αξιολόγηση των πολιτικών της Ε.Ε. με παράλληλο εδαφικό αντίκτυπο, θα τεθούν οι απαραίτητες βάσεις για την επιτυχία των πολιτικών αυτών.
Το 2009 με τη Λευκή της Βίβλο για την Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση, η Επιτροπή των Περιφερειών, ανέλαβε να προωθήσει μια κουλτούρα αυτού του περιεχομένου στην Ευρώπη, προκειμένου να ενδυναμωθεί η Κοινοτική μέθοδος στη βάση της συνεργασίας, του διάλογου, της κοινής εφαρμογής και της συμμετοχής των εκλεγμένων αντιπροσώπων σε όλα τα επίπεδα της ευρωπαϊκής διαδικασίας.
Σε συνέχεια της απόφασης αυτής, υιοθετήθηκαν στη συνάντηση της Ολομέλειας αναφορές προόδου σχετικά με την εφαρμογή ευρωπαϊκών πολιτικών σε εδαφική διάσταση, πολιτικών όπως η ενιαία αγορά, το περιβάλλον, η γεωργία και η αλιεία, οι πολιτικές διεύρυνσης, η ανάπτυξη και η πολιτική γειτνίασης. Επιπλέον προτάθηκαν νέα μέτρα για την εδραίωση της άσκησης αυτής της μεθόδου διακυβέρνησης.
«Η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μία καθαρά θεωρητική έννοια της Ευρωπαϊκής ορολογίας που έχει εγκριθεί γραπτώς, αλλά εφαρμόζεται σπάνια στην πράξη. Η αρχή της, πρέπει να είναι αναπόσπαστο κομμάτι των νομοθετικών κειμένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως θεμελιώδης κατευθυντήρια αρχή της ευρωπαϊκής διαδικασίας λήψης αποφάσεων για όλες τις ευρωπαϊκές πολιτικές με εδαφικό αντίκτυπο. Έχει έρθει η ώρα για μια νέα κουλτούρα και μία πρακτική προσέγγιση στο ζήτημα της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης», σημείωσε ο κ. Luc Van den Brande, Πρόεδρος του Οργανισμού Διασύνδεσης Φλάνδρας- ΕΕ.
Πάντως σύμφωνα με το συμπέρασμα που προέκυψε από τη συνάντηση, το κάλεσμα εκ μέρους της Επιτροπής των Περιφερειών γι΄ αυτό το θέμα, έχει βρει ανταπόκριση τα τελευταία χρόνια σε συνεργαζόμενους θεσμούς της.
Αυτό ισχύει και στην περίπτωση της συνθήκης της Λισσαβόνας, η οποία έχει κατοχυρώσει την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση στη λειτουργία της Ε.Ε, καθώς και στην περίπτωση πρόσφατων προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη μελλοντική πολιτική συνοχής, η οποία αναγνωρίζει τον απαραίτητο ρόλο των τοπικών και περιφερειακών επιπέδων διακυβέρνησης στην πλαισίωση και εφαρμογή των προγραμμάτων της Ε.Ε.
Η αναγνώριση της Επιτροπής των Περιφερειών ως εμπειρογνώμονα στο θέμα αυτό αυξάνεται συνεχώς από τους άλλους θεσμούς. Παρ’ όλες αυτές τις εξελίξεις πρέπει να σημειωθεί ακόμα σημαντική πρόοδος.
«Πρέπει προφανώς να προχωρήσουμε περισσότερο. Ο πίνακας αποτελεσμάτων, που παρακολουθεί και καταγράφει την πρόοδο της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης στο επίπεδο της Ε.Ε., καταδεικνύει την επίμονη παρουσία ελαττωμάτων και κενών, περιλαμβανομένων και θεμάτων κλειδιών, όπως η στρατηγική “Ευρώπη 2020”, η ενεργειακή πολιτική και το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης για τη μετανάστευση και το άσυλο. Υπάρχουν μέχρι τώρα λίγα όργανα που έχουν δημιουργηθεί προκειμένου να ενισχύσουν τη συμμετοχή των πόλεων και των περιφερειών και να τις διατηρήσουν υπεύθυνες», εξήγησε ο εισηγητής.
Η Επιτροπή των Περιφερειών επίσης σκοπεύει να συνεχίσει την ετήσια αξιολόγηση της κατάστασης της περιφερειοποίησης και αποκέντρωσης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να παρέχει μέτρο για την πρόοδο που παρατηρείται προς την πολιτική, δικαστική και οικονομική αυτονομία των τοπικών και περιφερειακών αρχών.