Το φετινό συνέδριο της ΚΕΔΕ βρίσκει την Τοπική Αυτοδιοίκηση αντιμέτωπη με μια μεγάλη πρόκληση: την αλλαγή του Καλλικράτη και την προώθηση μιας ουσιαστικής μεταρρύθμισης στη λειτουργία του Κράτους και της Αυτοδιοίκησης. Με βάση αυτή την πρόκληση, ποιος είναι κατά τη γνώμη σας ο οδικός χάρτης που πρέπει να χαράξει το συνέδριο και εν γένει η Αυτοδιοίκηση;
Το πιο σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, είναι να διαμορφωθεί με σαφήνεια και απολύτως διακριτό τρόπο ένα σύγχρονο πλαίσιο από-συγκέντρωσης, ενισχυμένο με συμμετοχικούς θεσμούς και συνεπή διάχυση της εξουσίας, που θα οριοθετεί, με βάση τις υπηρεσίες, τις αρμοδιότητες και τους πόρους, την αυτονομία της εκλεγμένης Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Έτσι θα γίνει πιο αποτελεσματική η λειτουργία της για το καλό των τοπικών μας κοινωνιών. Σε αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να προταχθεί το κεφαλαιώδες ζήτημα των πόρων σε συνδυασμό με τη χρηστή διαχείρισή τους και τη διαφάνεια στη διάθεσή τους• έπειτα θεωρώ κρίσιμο το ζήτημα της τοπικής ανάπτυξης και απασχόλησης σε συνδυασμό με μέτρα συγκράτησης του πληθυσμού, και ιδίως των νέων που μπορούν να αναλάβουν πρωτοβουλίες για καινοτόμες δράσεις που θα αξιοποιούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της κάθε περιοχής. Επίσης, εφαρμογή ενός συστήματος διαρκούς αξιολόγησης των υπηρεσιών, η ενίσχυσή τους με προγράμματα για υπαλλήλους υψηλής εξειδίκευσης και φυσικά ο έλεγχος νομιμότητας από ιδιαίτερη δομή εκτός των αποκεντρωμένων διοικήσεων, είναι προϋποθέσεις που θα άρουν το ασφυκτικό γραφειοκρατικό και αντιπαραγωγικό σημερινό πλαίσιο εισάγοντας έναν διαρκή και ουσιαστικό έλεγχο της πορείας των οικονομικών και γενικότερα της λειτουργίας των ΟΤΑ.
Κομβικό σημείο για το μέλλον και το νέο ρόλο που πρέπει να έχει η Τοπική Αυτοδιοίκηση, αποτελεί η δρομολογούμενη αλλαγή του θεσμικού πλαισίου που τη διέπει. Ποιες αλλαγές θεωρείτε καθοριστικές, ούτως ώστε να μπορούν οι δήμοι να αποφασίζουν για το μέλλον των τοπικών τους κοινωνιών, την τοπική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή, για βιώσιμες και έξυπνες πόλεις, για τη διασφάλιση της διαφάνειας, για τη μεταρρύθμιση του κράτους και της ίδιας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης;
Το νέο θεσμικό πλαίσιο, όποιο και αν τελικώς υιοθετηθεί, για να είναι λειτουργικό και αποτελεσματικό, πρέπει να συνοδεύεται από μια θεμελιώδη αλλαγή που δεν μπορεί να είναι άλλη από την ενίσχυση της οικονομικής ανεξαρτησίας των δήμων. Η προϋπόθεση αυτή είναι «εκ των ων ουκ άνευ» για να μπορέσει η Τοπική Αυτοδιοίκηση να επιτελέσει με επάρκεια τον ρόλο της και να ανταποκριθεί ουσιωδώς στην πολύμορφη αποστολή της: να προωθήσει την τοπική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή, να διαμορφώσει συνθήκες για βιώσιμες και έξυπνες πόλεις και εν τέλει να αποτελέσει τον βασικό αναπτυξιακό πόλο της τοπικής κοινωνίας.
Η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει ότι μία από τις αλλαγές του Καλλικράτη, αφορά στην εφαρμογή της απλής αναλογικής από τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2019. Αντιθέτως η θέση της ΚΕΔΕ είναι ότι πρώτα πρέπει να μεταρρυθμιστεί το κράτος και μετά να γίνει οποιαδήποτε συζήτηση για αλλαγή εκλογικού συστήματος. Ποια είναι η δική σας θέση;
Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι η Τ.Α. έχει πια σήμερα απεγκλωβιστεί από στενές και κοντόφθαλμες κομματικές και παραταξιακές λογικές και στην πράξη λειτουργεί μέσα σ’ ένα περιβάλλον ευρείας εκλογικής, κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης. Το μοντέλο αυτό αντιπροσωπεύει και εκφράζει σε σημαντικό βαθμό το κοινωνικό σώμα και αντανακλά βασικές δημοκρατικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία της. Επιπλέον είναι διοικητικά λειτουργικό γιατί επιτρέπει να παίρνονται αποφάσεις για ευαίσθητα και κρίσιμα ζητήματα, στα οποία προφανώς υπάρχουν και άλλες εκδοχές απόλυτα κατανοητές σε μια δημοκρατία. Ωστόσο η διεξοδική αξιολόγησή τους αφήνει στο περιθώριο όσες δεν ανταποκρίνονται στις δεδομένες συνθήκες και προκρίνει εκείνες που έχουν τα περισσότερα πλεονεκτήματα και είναι ευεργετικές για το σύνολο της κοινωνίας. Επομένως η καθιέρωση της απλής αναλογικής θα ανατρέψει ισορροπίες και μια κουλτούρα συνεννόησης, ικανής να επιλύει αντιθέσεις και προβλήματα. Κατά συνέπεια, στη φάση αυτή δεν φαίνεται να προσφέρει κάποιο ουσιαστικότερο μοντέλο διοίκησης ούτε να κάνει δημοκρατικότερη τη λειτουργία των οργάνων. Απεναντίας ελλοχεύει ο κίνδυνος του κατακερματισμού των δυνάμεων με αποτέλεσμα την παράλυση των διοικητικών οργάνων και μιας «ακυβερνησίας», που θα βαλτώνει τα προβλήματα ή θα επενδύει σε εκβιασμούς κάποιων που για τους δικούς τους ιδιαίτερους λόγους δεν επιθυμούν την έκβαση που δίνει το πρόκριμα σε μια κοινωνιοκεντρική αντίληψη. Επομένως προέχει, με βάση την έως τώρα εμπειρία μας, η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης στη λειτουργία της αυτοδιοίκησης και έπειτα, αφού διαμορφωθεί το κατάλληλο πλαίσιο και οι αναγκαίοι όροι, η σκέψη για την καθιέρωση της απλής αναλογικής, η οποία φαίνεται ρηξικέλευθη αλλά άκαιρη και ανεφάρμοστη υπό τις παρούσες συνθήκες.
Ένα από τα βασικά αιτήματα που προβάλλει η Αυτοδιοίκηση σήμερα είναι να της δοθεί η δυνατότητα να συμβάλει ουσιαστικά στην αναπτυξιακή ανασυγκρότηση της χώρας, την επιστροφή της κοινωνίας στην κανονικότητα, και τον επαναπατρισμό των νέων που «έδιωξε» η κρίση. Με ποιον τρόπο και ποια εργαλεία θεωρείτε ότι μπορούν να στηριχθούν οι αναπτυξιακές δυνατότητες των δήμων σήμερα;
Είναι σαφές, αν και χιλιοειπωμένο, πως καμιά αναπτυξιακή διαδικασία και στρατηγική δεν μπορεί να εφαρμοστεί, αν δεν υπάρχουν επαρκείς πόροι και το απαιτούμενο ανθρώπινο κεφάλαιο. Επομένως το κομβικό θέμα είναι η οικονομική αυτοτέλεια των Δήμων. Το πώς θα επιτευχθεί είναι καθαρό τεχνικό ζήτημα, αν δηλαδή αποδοθούν στους δήμους οι πόροι με βάση τον νόμο 3852/10 ή αν αυξηθούν οι κεντρικοί αυτοτελείς πόροι από τον κρατικό προϋπολογισμό. Εάν υπάρχει πολιτική βούληση και πίστη ότι η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να αποτελέσει τον καταλυτικό αναπτυξιακό μοχλό και να διαχειριστεί το τοπικό κοινωνικό κράτος, τότε η λύση θα βρεθεί με όφελος για τους πολίτες και τη χώρα συνολικότερα.
Είναι γεγονός ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση στην οκταετία της κρίσης υπέστη πρωτοφανείς περικοπές των εσόδων της, ενώ και ο κρατικός προϋπολογισμός του 2018 προβλέπει περαιτέρω μειώσεις. Ποιες θεωρείτε ότι πρέπει να είναι οι άμεσες οικονομικές διεκδικήσεις των δήμων;
Κατά τη γνώμη μου, πρέπει καταρχήν να αποδοθούν οι παρακρατηθέντες πόροι της περιόδου 2010 -2016. Είναι ζήτημα αξιοπιστίας και συνέπειας ό,τι προβλέπεται και νομοθετείται να εφαρμόζεται. Αυτό επιβάλλουν οι κανόνες μιας δημοκρατικής και ευνομούμενης πολιτείας, που σέβεται τον εαυτό της και τους διάφορους θεσμούς.