Τα Γρεβενά έχουν καθιερωθεί επισήμως ως η “πρωτεύουσα” των μανιταριών στην Ελλάδα, αφού με απόφαση του τοπικού δημοτικού συμβουλίου η πόλη απέκτησε νέα ταυτότητα και ανακηρύχτηκε το Νοέμβριο του 2007 σε πόλη των μοναδικών αυτών άγριων – αυτοφυών προϊόντων. Μάλιστα η «νέα ταυτότητά» της «στεγάστηκε» στο πρώτο Μουσείο Μανιταριών στην Ελλάδα, που έγινε στη Λάβδα Γρεβενών, όπου από τις 8 έως τις 12 Ιουνίου «συναντήθηκαν» με σειρά εκδηλώσεων «Οι δρόμοι μανιταριού».
Η πρωτοβουλία της δημοτικής αρχής αποτέλεσε το αποκορύφωμα σειράς δραστηριοτήτων, στις οποίες συμμετέχουν ο Σύλλογος Μανιταρόφιλων Δυτικής Μακεδονίας, εκπρόσωποι φορέων, αλλά και οι κάτοικοι της περιοχής.
Το μανιτάρι αποτελεί πλέον έμβλημα-σύμβολο της πόλης των Γρεβενών και διακοσμεί πάρκα, πλατείες και κόμβους. Επίσης, αποτέλεσε αιτία αδελφοποίησης με άλλες πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού, που έχουν μακροχρόνια παράδοση στη γνώση και τη συλλογή μανιταριών.
Στους πρόποδες της Πίνδου, στα μονοπάτια της Βάλια – Κάλντα, αλλά και στα πυκνά δρυοδάση της περιοχής, κυρίως στα σύνορα του νομού Γρεβενών με την επαρχία Βοΐου Κοζάνης, φύονται περισσότερα από χίλια είδη άγριων μανιταριών, τα περισσότερα από τα οποία αποτελούν βασικό στοιχείο διατροφής και λαογραφίας για τους κατοίκους της περιοχής.
Στόχος της δημοτικής αρχής αλλά και των τοπικών φορέων είναι η ποικιλότροπη αξιοποίηση του μανιταριού και η μετατροπή του σε έμβλημα και στοιχείο πλούτου της κουλτούρας, του πολιτισμού, της εκπαίδευσης, της οικονομίας και κατ’ επέκταση της ανάπτυξης του δήμου.
Εκτός από την ίδρυση του μουσείου διοργανώνονται σεμινάρια μυκητογνωσίας και εκθέσεων, παρέχεται συστηματική εκπαίδευση όσων ασχολούνται με τα μανιτάρια (εστιάτορες, ορειβάτες, φυσιολάτρες κ.ά.), και πραγματοποιούνται διοργανώσεις φεστιβάλ γευσιγνωσίας και μανιταρογνωσίας.
Όμως ο νομός Γρεβενών έχει ακόμη ένα άλλο συγκριτικό πλεονέκτημα. Βάσει επίσημων στοιχείων κρατά τα ηνία και στη βιολογική γεωργία.
Το 14% της παραγωγής στην περιοχή είναι βιολογικά προϊόντα, όταν ο μέσος όρος στην υπόλοιπη χώρα δεν υπερβαίνει το 4,5%.
Η βιολογικά καλλιεργούμενη έκταση στην περιοχή ανέρχεται στα 56.000 στρέμματα και ο αριθμός των βιοκαλλιεργητών διαμορφώνεται σε 216 άτομα, στους οποίους προστίθενται και άλλοι 50 κτηνοτρόφοι (400 βοειδή, 12.000 αιγοπρόβατα και 700 χοιρομητέρες).
Βασικός προσανατολισμός των βιοκαλλιεργητών είναι οι ζωοτροφές, που τροφοδοτούν τις 60 βιολογικές μονάδες στην περιοχή, με στόχο κυρίως την παραγωγή βιολογικού γάλακτος, αλλά και κρέατος, έστω και σε μικρότερες ποσότητες. Ωστόσο βιολογικά καλλιεργούνται όσπρια και σιτηρά.
Να σημειωθεί ότι η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας έχει ζητήσει τη γενναία χρηματοδότησης της βιολογικής γεωργίας στην περιοχή, προκειμένου να συνεχιστεί η δυναμική που ήδη υπάρχει στην παραγωγή βιολογικών προϊόντων.