Η ατμοσφαιρική ρύπανση στο Πεκίνο έχει φτάσει σε δυσθεώρητα επίπεδα. Το Σαββατοκύριακο ήταν κατά 45 με 50 φορές πάνω από τα όρια ασφαλείας, ένα πυκνό νέφος αιθαλομίχλης είχε καλύψει τον ουρανό πάνω από την κινέζικη πρωτεύουσα, περιορίζοντας την ορατότητα και προκαλώντας κυκλοφοριακά προβλήματα ενώ οι αρμόδιες αρχές κάλεσαν τους κατοίκους να παραμείνουν στα σπίτια τους.
Το πρόβλημα άρχισε να επιδεινώνεται από την περασμένη Πέμπτη, όταν σύμφωνα με στοιχεία του Δημοτικού Κέντρου Ελέγχου Περιβάλλοντος του Πεκίνου, τα αναπνεύσιμα σωματίδια με διάμετρο μικρότερη από 2,5 μικρόμετρα (PM2,5) έφθασαν τα 600 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο.
Σύμφωνα με τις μετρήσεις της αμερικανικής πρεσβείας, το απόγευμα του Σαββάτου κατεγράφησαν επίπεδα 755 μικρογραμμαρίων – τα υψηλότερα από την έναρξη των μετρήσεων αυτών, το 2008. Σε κάποιους σταθμούς μέτρησης μάλιστα, ξεπέρασαν τα 900, όταν τα συνιστώμενα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ημερήσια επίπεδα είναι κάτω από 20 μικρογραμμάρια. Τα συγκεκριμένα αιωρούμενα σωματίδια είναι τα πλέον επιβαρυντικά για την υγεία καθώς ενοχοποιούνται για την εκδήλωση άσθματος και ασθενειών του αναπνευστικού.
Η υπηρεσία περιβαλλοντικής προστασίας του Πεκίνου ανέφερε ότι οι καιρικές συνθήκες στην πρωτεύουσα εμποδίζουν τη διάλυση της αιθαλομίχλης. Η ίδια κάλεσε τον κόσμο να χρησιμοποιεί τα μέσα μαζικής μεταφοράς προκειμένου να περιοριστεί η ρύπανση από τα αυτοκίνητα.
Το πρόβλημα πάντως δεν περιορίζεται μόνο στο Πεκίνο, καθώς μεγάλα τμήματα της ανατολικής και κεντρικής Κίνας καλύπτονται από πυκνό νέφος, εξαιτίας του οποίου αυτοκινητόδρομοι έκλεισαν, ενώ σημειώθηκαν και καθυστερήσεις πτήσεων.
Η ρύπανση αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τους Κινέζους ηγέτες. Ο απερχόμενος πρόεδρος Χου Τζιντάο στην ομιλία του στο συνέδριο του Κομουνιστικού Κόμματος το Νοέμβριο τόνισε ότι «πρέπει να σταματήσει η οικολογική υποβάθμιση και να οικοδομηθεί μια ωραία Κίνα».
Οι αρχές του Πεκίνου έχουν ήδη κάνει βήματα για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα με τη μετεγκατάσταση των περισσότερων ρυπογόνων βιομηχανιών, όμως δεν έχει συμβεί το ίδιο και στις γύρω περιοχές, οι οποίες φαίνεται ότι δεν έχουν θέσει ως στόχο τη μείωση της καύσης του άνθρακα.